Η κυρά Σαρακοστή έξω από την τάξη της Λαογραφίας έχει καταλήξει με την πλειοψηφία των ποδιών της κομμένα, όταν τα μαθήματα σταματούν για τον εορτασμό της Μεγάλης Εβδομάδας. Οι φοιτητές ξεχύνονται στην πόλη των Θερμών για την "πρώτη ανάσταση" - την έγερση του "αγέλαστου" Λαζάρου. Οι αγρότες δεν μαζεύουν την σοδειά τους, φοβούμενοι ότι ίσως έχει απορροφήσει την βαριά ενέργεια της ημέρας και αντ'αυτού ρεμβάζουν στα παραλιακά καφενεία, κρίνοντας τους λουόμενους που συνεχίζουν ανενόχλητοι τις θεραπείες τους στα ιαματικά λουτρά και το παιχνίδι τους στο καζίνο. Oι Λαζαρίνες, από το ξημέρωμα, μαζεύουν λουλούδια από τους αγρούς και στολίζουν το καλαθάκι τους. Κατά τις δέκα, το πρωί, γυρνάνε με τα ανθρωπόμορφα κουλουράκια που έπλασαν και έψησαν οι μητέρες τους από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας για τον Λάζαρο, με αντάλλαγμα μερικές δραχμές, αυγά και φαγώσιμα.
Είναι, κατά μια έννοια, ευτύχημα.
Μια στιγμιαία λάμψη, λαμπρότερη από τον ήλιο, αστράφτει πάω από το υπερυψωμένο κτηριακό σύμπλεγμα του Πανεπιστημίου Μισκατόνικ, τραβώντας τα βλέμματα των Θερμών και κάνοντας τους εναπομείναντες φοιτητές του Μισκατόνικ να ψάξουν, ενστικτωδώς, για κάλυψη. Μια λευκογάλανη γρατζουνιά διατρέχει τον ουρανό, αιωρούμενη για μερικές στιγμές μέσα σε απόλυτη σιωπή. Τα πουλιά σταματάνε να τραγουδάνε. Η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται. Και έπειτα, "ο γδούπος". Ένα βαθύ, υπόκωφο τράνταγμα. Στο Πανεπιστήμιο, τα κτήρια αναπηδούν στιγμιαία. Το ρολόι κλονίζεται, χάνοντας μερικούς χτύπους και χτυπώντας "δώδεκα" πριν την ώρα του. Τα τζάμια των ανδρικών κοιτώνων που κοιτάζουν προς το κεντρικό κτήριο θρυμματίζονται. Στην μέση της Αυλής, μια ρηχή τρύπα με βάθος, ίσως, ένα μέτρο και διάμετρο λιγότερο από μισό μέτρο χάσκει, αχνίζοντας και αναδύοντας μυρωδιά λιωμένου μετάλλου, λίγα μόλις μέτρα μακριά από ένα μεταλλικό καπάκι - ένα δίσκο με δύο ομόκεντρους κύκλους.
Ένας τριτοετής φοιτητής Φυσικής, ίσως ανταποκρινόμενος σε κάποιο στοίχημα, πηδάει στον κρατήρα και φαίνεται να αγγίζει το αντικείμενο που προσέκρουσε. Καταρρεέι. Με τυφλά μάτια, κοιτάζει το πλήθος και ουρλιάζει, ακατανόητα, με αφρούς να βγαίνουν από το στόμα του, πριν μεταφερθεί στο αναρρωτήριο. Καθηγητές φτάνουν στο σημείο μέσα στα επόμενα λεπτά, απομακρύνοντας τους φοιτητές και δίνοντας εντολές εκκένωσης μέχρι να διαπιστώσουν την φύση του υλικού. Οι λίγοι φοιτητές που καθυστερούν επίτηδες την αναχώρησή τους βλέπουν στο κέντρο του κρατήρα μια μαυρισμένη, μεταλλική σφαίρα, με μαύρες, πυρακτωμένες φλέβες γύρω της. Μέχρι το μεσημέρι, οι εφημερίδες και έπειτα η χωροφυλακή, φτάνουν στην σκηνή, Ο χωροφύλακας μιλάει για αποκλεισμό της περιοχής, αλλά κόσμος από τις Θερμές συνεχίζει να συρρέει. Σιωπηλός. Με τα καπέλα στα χέρια. Μόλις μερικά μέτρα μακριά από τον κρατήρα. Κανείς δεν μιλάει. Κανείς δεν γελάει. Ο αέρας κουβαλάει μια αλλόκοτη πίεση, σαν κάτι ιερό, ή αρχαίο, να επέστρεψε στην πόλη των Θερμών.
Ο κ. Πετρόπουλος, καθηγητής Γεωολογίας, προειδοποιεί για ραδιενεργή δράση και απαιτεί την απομάκρυνση του κόσμου. Παίρνει δεκαεφτά λεφτά, με βάση το ρολόι του Μισκατόνικ. Έπειτα, με προστατευτικό εξοπλισμό, η μεταλλική σφαίρα μεταφέρεται σε μια απομακρυσμένη αποθηκη εργαλείων. Τα νέα μεταφέρονται γρήγορα και το απόγευμα, το αμάξι με τα διακριτικά της εξόριστης βασιλικής οικογένειας σταματάει έξω από το ξενοδοχείο "Βασιλικόν", ώρα 19:37.
Εκείνη την νύχτα, κανείς δεν κοιμάται.